Λευκή σπάνια ποικιλία, που αναφέρεται για πρώτη φορά στην βιβλιογραφία το 1893 ως Πρωμάρα ή Γλυκοπρώομον. Το ονομά της φανερώνει την πρωιμότητα της. Διαθέτει μεγάλο συμπαγές  τσαμπί, με μεγάλες ρώγες . Αντιστέκεται πολύ καλά στην ξηρασία και στα ασβεστολιθικά εδάφη τα οποία χαρακτηρίζουν τον κυπριακό αμπελώνα. Αντιστέκεται επίσης πολύ καλά στις κρυπτογαμικές ασθένειες αλλά και στους εχθρούς της αμπέλου, αφού η φλούδα της είναι αρκετά παχιά. Διαθέτει αρωματικούς «προπομπούς» οι οποίοι μπορούν να εκφραστούν χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες οινολογικές πρακτικές, παράγωντας έτσι οίνους που χαρακτηρίζονται από άρωμα πεπονιού καθώς και εξωτικά  αρώματα. Επιπλέον οι οίνοι της παρουσιάζουν ισορροπημένη οξύτητα καθώς και δυνατότητα ωρίμανσης στο δρύινο βαρέλι.

promara